Βρετανικό Μουσείο: «Δεν συζητάμε επιστροφή για τα γλυπτά του Παρθενώνα – Μόνο δανεισμό»

Εκπρόσωπος του Βρετανικού Μουσείου, ξεκαθάρισε μιλώντας στην «Καθημερινή», πως «δεν έχουν γίνει ούτε προγραμματίζονται νέες συνομιλίες με την ελληνική κυβέρνηση για τον επαναπατρισμό των Γλυπτών του Παρθενώνα».

Για ακόμη μία φορά το Βρετανικό Μουσείο προβάλλει τον διεθνή του χαρακτήρα ως επιχείρημα και τονίζει ότι τα γλυπτά, στο Λονδίνο, απευθύνονται σε εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο, ενώ παράλληλα υπογραμμίζει και τις θερμές σχέσεις που έχει με την UNESCO.

Δείτε τη δήλωση του Βρετανικού Μουσείου στην «Καθημερινή»:

«Το Βρετανικό Μουσείο μπορεί να επιβεβαιώσει ότι δεν έχουν γίνει ούτε προγραμματίζονται νέες συνομιλίες με την ελληνική κυβέρνηση για τον επαναπατρισμό των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Πάντα απολαμβάναμε μια θετική και συνεργατική σχέση με την UNESCO και με συναδέλφους από ιδρύµατα σε όλο τον κόσμο – συμπεριλαμβανοµένου του Μουσείου της Ακρόπολης στην Αθήνα.

Το Μουσείο είναι πάντα πρόθυμο να εξετάσει αιτήματα για δανεισμό οποιωνδήποτε εκθεμάτων από τη συλλογή – δανείζουμε μεταξύ 4.000-5.000 αντικειμένων κάθε χρόνο.

Για παράδειγμα, 170 αρχαία ελληνικά αντικείμενα περιοδεύουν στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία όπου θα φτάσουν και θα εμπνεύσουν νέους θεατές, προτού επιστρέψουν στο Μουσείο.

Αυτά τα όμορφα έργα τέχνης αγαπιούνται από μια παγκόσμια κοινότητα και πιστεύουµε ότι η δημόσια πρόσβαση θα πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των συνομιλιών – πολύ συχνά οι συζητήσεις περιορίζονται σε νομικίστικο και ανταγωνιστικό πλαίσιο αντί να επικεντρώνονται στο πώς να μοιραστούν τα γλυπτά με έναν ευρύτερο κόσμο.

Ο ρόλος ενός σύγχρονου μουσείου είναι να παρέχει ένα μέρος όπου αυτά τα αντικείμενα πυροδοτούν τη δημιουργικότητα και βοηθούν τους ανθρώπους να κατανοήσουν το παρελθόν, να διαμορφώσουν το παρόν και να προετοιμαστούν για το μέλλον. Πάντα πιστεύαμε ότι αυτά τα έργα βοηθούν τους επισκέπτες να αγκαλιάσουν αυτό το όραμα.

Η αρχαία πόλη-κράτος της Αθήνας ήταν ένα από τα κορυφαία έθνη της Ανατολικής Μεσογείου, μια πολιτιστική και στρατιωτική δύναμη που συναγωνιζόταν την πανίσχυρη Περσία. Εκατομμύρια επισκέπτες του Βρετανικού Μουσείου επωφελούνται από μια μόνιμη συλλογή που αποτυπώνει αυτό το τεράστιο τόξο της Ιστορίας το οποίο έχει διαρκή αντίκτυπο στην ανάδυση του σύγχρονου κόσμου.

Η εμβάθυνση της δημόσιας πρόσβασης, η δημιουργία νέων τρόπων και ευκαιριών για διαμοιρασμό και κατανόηση των συλλογών σε ολόκληρο τον κόσμο, παραμένει στον πυρήνα όσων επιδιώκει να επιτύχει το Βρετανικό Μουσείο.

Το Βρετανικό Μουσείο έχει θερμές σχέσεις με την UNESCO, δουλεύοντας μαζί της για την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς στο Ιράκ και τώρα στην Ουκρανία, προστατεύοντάς την για τις μελλοντικές γενιές.

Γι’ αυτόν τον λόγο το Μουσείο πιστεύει ακράδαντα ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα στο Λονδίνο διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στην επίδειξη της σημασίας της αρχαίας Αθήνας στο πλαίσιο των αρχαίων πολιτισμών που τη διαμόρφωσαν –Αίγυπτος και Ασσυρία– και μεταγενέστερων πολιτισμών που εμπνεύστηκαν από αυτήν. Δεν έχουν γίνει νέες συνομιλίες.

Πιστεύουμε ότι η επέκταση της δημόσιας πρόσβασης είναι το πραγµατικό ζήτημα. Τα υπόλοιπα γλυπτά είναι θραύσματα – μόνο το 50% των πρωτότυπων έχει σωθεί. ∆εν θα υπάρξει ποτέ μια “μαγική στιγμή” κατά την οποία όλα τα γλυπτά θα επανενωθούν.

Τα σωζόμενα γλυπτά στην Αθήνα μιλούν για την αρχαία ιστορία αυτής της μεγάλης πόλης, στο Λονδίνο μιλούν στην ιστορία του κόσμου και σε εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο. ∆ύο συμπληρωματικές ιστορίες στις οποίες τα Γλυπτά του Παρθενώνα παίζουν αναπόσπαστο ρόλο.

Υπάρχουν αντίγραφα των Γλυπτών του Βρετανικού Μουσείου στο Μουσείο της Ακρόπολης, όπου εκτίθενται μαζί με τα εναπομείναντα γλυπτά που αφαιρέθηκαν από τον Παρθενώνα τις τελευταίες δεκαετίες.Εκπρόσωπος του Βρετανικού Μουσείου, ξεκαθάρισε μιλώντας στην «Καθημερινή», πως «δεν έχουν γίνει ούτε προγραμματίζονται νέες συνομιλίες με την ελληνική κυβέρνηση για τον επαναπατρισμό των Γλυπτών του Παρθενώνα».

Για ακόμη μία φορά το Βρετανικό Μουσείο προβάλλει τον διεθνή του χαρακτήρα ως επιχείρημα και τονίζει ότι τα γλυπτά, στο Λονδίνο, απευθύνονται σε εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο, ενώ παράλληλα υπογραμμίζει και τις θερμές σχέσεις που έχει με την UNESCO.

Δείτε τη δήλωση του Βρετανικού Μουσείου στην «Καθημερινή»:

«Το Βρετανικό Μουσείο μπορεί να επιβεβαιώσει ότι δεν έχουν γίνει ούτε προγραμματίζονται νέες συνομιλίες με την ελληνική κυβέρνηση για τον επαναπατρισμό των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Πάντα απολαμβάναμε μια θετική και συνεργατική σχέση με την UNESCO και με συναδέλφους από ιδρύµατα σε όλο τον κόσμο – συμπεριλαμβανοµένου του Μουσείου της Ακρόπολης στην Αθήνα.

Το Μουσείο είναι πάντα πρόθυμο να εξετάσει αιτήματα για δανεισμό οποιωνδήποτε εκθεμάτων από τη συλλογή – δανείζουμε μεταξύ 4.000-5.000 αντικειμένων κάθε χρόνο.

Για παράδειγμα, 170 αρχαία ελληνικά αντικείμενα περιοδεύουν στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία όπου θα φτάσουν και θα εμπνεύσουν νέους θεατές, προτού επιστρέψουν στο Μουσείο.

Αυτά τα όμορφα έργα τέχνης αγαπιούνται από μια παγκόσμια κοινότητα και πιστεύουµε ότι η δημόσια πρόσβαση θα πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των συνομιλιών – πολύ συχνά οι συζητήσεις περιορίζονται σε νομικίστικο και ανταγωνιστικό πλαίσιο αντί να επικεντρώνονται στο πώς να μοιραστούν τα γλυπτά με έναν ευρύτερο κόσμο.

Ο ρόλος ενός σύγχρονου μουσείου είναι να παρέχει ένα μέρος όπου αυτά τα αντικείμενα πυροδοτούν τη δημιουργικότητα και βοηθούν τους ανθρώπους να κατανοήσουν το παρελθόν, να διαμορφώσουν το παρόν και να προετοιμαστούν για το μέλλον. Πάντα πιστεύαμε ότι αυτά τα έργα βοηθούν τους επισκέπτες να αγκαλιάσουν αυτό το όραμα.

Η αρχαία πόλη-κράτος της Αθήνας ήταν ένα από τα κορυφαία έθνη της Ανατολικής Μεσογείου, μια πολιτιστική και στρατιωτική δύναμη που συναγωνιζόταν την πανίσχυρη Περσία. Εκατομμύρια επισκέπτες του Βρετανικού Μουσείου επωφελούνται από μια μόνιμη συλλογή που αποτυπώνει αυτό το τεράστιο τόξο της Ιστορίας το οποίο έχει διαρκή αντίκτυπο στην ανάδυση του σύγχρονου κόσμου.

Η εμβάθυνση της δημόσιας πρόσβασης, η δημιουργία νέων τρόπων και ευκαιριών για διαμοιρασμό και κατανόηση των συλλογών σε ολόκληρο τον κόσμο, παραμένει στον πυρήνα όσων επιδιώκει να επιτύχει το Βρετανικό Μουσείο.

Το Βρετανικό Μουσείο έχει θερμές σχέσεις με την UNESCO, δουλεύοντας μαζί της για την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς στο Ιράκ και τώρα στην Ουκρανία, προστατεύοντάς την για τις μελλοντικές γενιές.

Γι’ αυτόν τον λόγο το Μουσείο πιστεύει ακράδαντα ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα στο Λονδίνο διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στην επίδειξη της σημασίας της αρχαίας Αθήνας στο πλαίσιο των αρχαίων πολιτισμών που τη διαμόρφωσαν –Αίγυπτος και Ασσυρία– και μεταγενέστερων πολιτισμών που εμπνεύστηκαν από αυτήν. Δεν έχουν γίνει νέες συνομιλίες.

Πιστεύουμε ότι η επέκταση της δημόσιας πρόσβασης είναι το πραγµατικό ζήτημα. Τα υπόλοιπα γλυπτά είναι θραύσματα – μόνο το 50% των πρωτότυπων έχει σωθεί. ∆εν θα υπάρξει ποτέ μια “μαγική στιγμή” κατά την οποία όλα τα γλυπτά θα επανενωθούν.

Τα σωζόμενα γλυπτά στην Αθήνα μιλούν για την αρχαία ιστορία αυτής της μεγάλης πόλης, στο Λονδίνο μιλούν στην ιστορία του κόσμου και σε εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο. ∆ύο συμπληρωματικές ιστορίες στις οποίες τα Γλυπτά του Παρθενώνα παίζουν αναπόσπαστο ρόλο.

Υπάρχουν αντίγραφα των Γλυπτών του Βρετανικού Μουσείου στο Μουσείο της Ακρόπολης, όπου εκτίθενται μαζί με τα εναπομείναντα γλυπτά που αφαιρέθηκαν από τον Παρθενώνα τις τελευταίες δεκαετίες.

Η ψηφιακή σάρωση παίζει σημαντικό ρόλο στην έρευνα και έχει τη δυνατότητα να ξεκλειδώσει νέες ανακαλύψεις για πολλά διαφορετικά αντικείμενα, συµπεριλαμβανομένων των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Συνεχίζουμε να διερευνούμε την προσέγγισή μας στην ψηφιακή σάρωση για να κατανοήσουμε πλήρως τις δυνατότητές της ως μέρος της ευρύτερης δουλειάς μας.

Για παράδειγμα, πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι πολύτιμο για την εξέταση των συνδέσεων μεταξύ των θραυσμάτων και της πρόσφατης πρωτοποριακής έρευνας σχετικά με την πολυχρωμία των Γλυπτών του Παρθενώνα».

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Scroll to top